ΑρχικήΔΙΑΦΟΡΑΜανώλης Μητσιάς & Μαργαρίτα Ζορμπαλά: "Σε όλη του τη ζωή ο...

Μανώλης Μητσιάς & Μαργαρίτα Ζορμπαλά: “Σε όλη του τη ζωή ο…

ZorbMits_front

Για τις 4 συναυλίες που αφιερώνετε στον Μίκη Θεοδωράκη διαλέξατε ως τίτλο το “Αν Θυμηθείς Το Όνειρό Μου” –ένα περίφημο τραγούδι του σε στίχους Νίκου Γκάτσου που το είπαν ακόμα και οι Beatles, όμως κανείς από τους δυο σας δεν έτυχε να δισκογραφήσει. Τι σημαίνει για σας αυτό το κομμάτι;
Μανώλης Μητσιάς:
Είναι ένα πολύ όμορφο τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη σε καταπληκτικούς στίχους του Νίκου Γκάτσου. Και γι’ αυτό κάνουμε τις βραδιές αυτές, για να θυμηθούμε τον Θεοδωράκη. Είναι ένα τραγούδι που γνωρίζει όλος ο κόσμος και πάντα σιγοτραγουδάει στις συναυλίες. 
Με τις 4 συναυλίες θα θυμηθούμε τραγούδια του Μίκη τα οποία τραγουδήσαμε κατά καιρούς, όλα αυτά τα χρόνια. Μας διασκεδάσανε, μας συντροφεύσανε στις παρέες μας, στους έρωτές μας, στις διαδηλώσεις μας, σε όλα αυτά τα πράγματα. Για να θυμηθούμε και τα όνειρά μας, συνάμα, τα πιο πολλά από τα οποία συμβαδίσανε μαζί με τον Μίκη.
Μαργαρίτα Ζορμπαλά: Πρώτα απ’ όλα είναι ένα πανέμορφο τραγούδι με ωραία μελωδία και ρυθμό, και με μοναδικούς επίσης στίχους. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως το επιλέξανε ακόμη και οι Beatles. 
Επίσης θεωρώ πως ο τίτλος “Αν Θυμηθείς Τ’ Όνειρό Μου” έχει για μας συμβολικό νόημα. Πρέπει να θυμόμαστε δηλαδή τα τραγούδια του Μίκη, να θυμόμαστε τον ίδιο, αυτή την τόσο μεγάλη και παγκόσμια προσωπικότητα. Σε όλη του τη ζωή ο Μίκης ήταν ονειροπόλος. Ονειρευόταν πάντα ένα καλύτερο μέλλον για τον τόπο του, την πατρίδα του. Ένα καλύτερο μέλλον για την ανθρωπότητα γενικά.
Γι’ αυτό και θεωρώ πως είναι πραγματικά ένας πολύ ταιριαστός τίτλος για τις παραστάσεις που θα πραγματοποιήσουμε με τον Μανώλη στον Φιλολογικό Σύλλογο “Παρνασσός”. Και δεν έχει καμιά σημασία που αυτό το συγκεκριμένο τραγούδι κανένας από τους δυο μας δεν το έχει εκδώσει δισκογραφικά. Άλλωστε θα υπάρχουν κι άλλα τέτοια τραγούδια στο πρόγραμμά μας: τραγούδια που δεν τα τραγουδήσαμε εμείς πρώτοι, όμως τα αγαπάμε και θέλουμε να τα παρουσιάσουμε σ’ αυτές τις 4 βραδιές.

Υπάρχουν σκέψεις να προκύψει και κάποιο άλμπουμ από τις βραδιές στον Παρνασσό (Παρασκευές 1 & 8, Σάββατα 2 & 9/4); Θα σας ενδιέφερε κάτι τέτοιο, ακόμα και στους χαλεπούς μας δισκογραφικούς καιρούς;
Μ. Μ.:
Βεβαίως, πάντα με ενδιαφέρει. Μπορεί να υπάρξει, καμία αντίρρηση. Εγώ και η Μαργαρίτα είμαστε σε διαφορετικές εταιρείες, αλλά, αν η εταιρεία της συμφωνήσει, με χαρά μεγάλη. Δεν έχω αντίρρηση καμία.
Μ. Ζ.: Μακάρι να μπορούσαμε να καταγράψουμε αυτή την παράσταση. Εγώ προσωπικά θα το χαιρόμουνα πάρα πολύ και είμαι σίγουρη πως και ο ίδιος ο Μίκης θα το χαιρόταν. Όμως, όπως αναφέρατε κι εσείς, οι καιροί είναι δύσκολοι για τη δισκογραφία. 
Τα πράγματα έχουν αλλάξει εντελώς από τις ωραίες εποχές που ζήσαμε παλιά. Που έζησε ο Μανώλης πρώτος απ’ όλους, έχοντας μία από τις πιο ζηλευτές δισκογραφίες· και κατά δεύτερο λόγο εγώ, που ευτυχώς πρόλαβα να γευτώ κάποιες αξέχαστες ανάλογες συνεργασίες.

ZorbMits_01

Σε ενορχηστρωτικό επίπεδο, τι πρόκειται να ακούσουμε στον Παρνασσό; Πόσο κοντά επιθυμείτε να μείνετε στην αισθητική των αυθεντικών ηχογραφήσεων και πόσο να τις φρεσκάρετε;
Μ. Ζ.:
Ενορχηστρωτικά πιστεύω πως θα μείνουμε στην αισθητική και στην ατμόσφαιρα  της μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη. Βέβαια, θα υπάρχουν κάποιες πινελιές και χρώματα που θα φρεσκάρουν ηχητικά και ερμηνευτικά τα τραγούδια που επιλέξαμε γι’ αυτές τις παραστάσεις.
Μ. Μ.: Θα μείνουμε σε μια άλλη αισθητική. Εμείς θα παρουσιάσουμε τον Μίκη μόνο με τρία όργανα: πιάνο, μπουζούκι, τσέλο. Δίνοντας έτσι την ευκαιρία να ακουστεί ο στίχος –και η μουσική του, βέβαια– χωρίς πασπαλίσματα. 
Δεν θα θέλαμε να έχει πάνω υπερβολές, προτιμούμε να ακουστεί η μουσική στην αυθεντική της μορφή. Εν τη γενέσει της, που λέμε. Τα τραγούδια του όπως ακουγόντουσαν στις παρέες ή σε συναυλίες, πολλές φορές με ένα πιάνο μόνο. 

Λείπει πιστεύετε από το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι αυτή η εκπληκτική ικανότητα του Θεοδωράκη να πλέκει το λαϊκό με το περίτεχνο; Ή εξακολουθεί να συμβαίνει, απλά με διαφορετικούς τρόπους;
Μ. Μ.:
Όχι δεν συμβαίνει, δυστυχώς. Ο Μίκης ήταν ένας και μοναδικός και, μέσα από τα τραγούδια του, μας παρουσίασε κι αυτό που λέμε με περίτεχνο τρόπο το λαϊκό με το έντεχνο, με το ρεμπέτικο, με το ποιητικό. Ο Μίκης διέθετε αυτή την ικανότητα, λόγω του ταλέντου του βέβαια και των γνώσεων που είχε.
Μ. Ζ.: Είμαι από τους ανθρώπους που ελπίζουν και πιστεύουν στο μέλλον του ελληνικού τραγουδιού. Δεν θέλω να σκέφτομαι πως, έχοντας όλη αυτή τη μουσική κληρονομιά, δεν θα υπάρξει και άξια συνέχιση.
Βέβαια η κάθε γενιά εκφράζεται με τον δικό της τρόπο, τη δική της φωνή. Αυτό όμως που θα ήθελα εγώ, ιδανικά, είναι τα νέα παιδιά να μην ξεχνούν τις ρίζες τους. Να μην ξεχνούν τους μεγάλους δημιουργούς και να μην ξεχνούν την όμορφη, την καταπληκτική μας γλώσσα. Με λίγα λόγια, να μην χάνουν την ελληνική τους ταυτότητα.

ZorbMits_04

Κυρία Ζορμπαλά, ήσασταν ένα έφηβο κορίτσι μεγαλωμένο στη Σοβιετική Ένωση, όταν ο Μίκης Θεοδωράκης σας πήρε μαζί του για μια παγκόσμια περιοδεία σε Ευρώπη και βόρεια Αμερική, η οποία κράτησε 2 χρόνια. Πόσο δύσκολο αποδείχθηκε αυτό για σας, τότε; Και πόσο συναρπαστικό; 
Ερχόμενη στην Ελλάδα από ένα εντελώς διαφορετικό καθεστώς, η προσαρμογή ήταν πάρα πολύ δύσκολη. Βέβαια μιλάμε για αρκετά χρόνια πίσω. Τελικά, αυτό που με βοήθησε τότε ήταν η ενασχόλησή μου με το τραγούδι. Ακολουθώντας το συγκρότημα του Μίκη Θεοδωράκη σε μία παγκόσμια περιοδεία και ενδιάμεσα ηχογραφώντας δίσκους με τα τραγούδια του με έκανε να ξεπεράσω τις δυσκολίες πιο γρήγορα και λιγότερο επώδυνα.
Βέβαια το να βγαίνω στη σκηνή δίπλα σ’ αυτή τη μεγάλη προσωπικότητα μου δημιούργησε και πολλές ευθύνες και υποχρεώσεις, γιατί μην ξεχνάτε πως τότε ήμουν μια νέα και άπειρη ερμηνεύτρια. Ταυτόχρονα, όμως, ήταν και συναρπαστικό. Αξέχαστα χρόνια!

Κύριε Μητσιά, σε μια ιστορική φωτογραφία, στέκεστε δίπλα στη Μαρία Φαραντούρη και στον Γιώργο Νταλάρα, ενώ ο Μίκης Θεοδωράκης βρίσκεται στο μικρόφωνο με τον Γιάννη Ρίτσο. Είναι Οκτώβρης 1974, στο Στάδιο Καραϊσκάκη. Τι οριοθέτησε εκείνη η συναυλία για τη χώρα μας, 3 μήνες μετά την πτώση της Χούντας;
Συνολικά ήταν δύο συναυλίες αυτές, αμφότερες ανεπανάληπτες. Ο κόσμος διψούσε για τέτοιες βραδιές, γιατί είχαν περάσει 7 χρόνια απαγόρευσης του Μίκη. Νομίζω ότι τέτοιες συναυλίες δεν ξαναγίνονται πια, απλά δεν ξαναγίνονται. 
Ήταν κάτι το μοναδικό, κάτι το καταπληκτικό αυτό που ζήσαμε. Θυμάμαι το πάθος του Μίκη, το πάθος του κόσμου: για Ελευθερία, για Μουσική, για Δημοκρατία. Όλα αυτά τα ζήσαμε εκείνο το βράδυ στο Καραϊσκάκη.

Είκοσι χρόνια μετά από εκείνο το στιγμιότυπο, τον Οκτώβριο του 1994, βγήκε η “Πολιτεία Γ΄” του Θεοδωράκη, με εσάς ως βασικό ερμηνευτή, σε στίχους Μάνου Ελευθερίου & Λίνας Νικολακοπούλου. Παρότι συμπλήρωνε μια ιστορική σειρά λαϊκών δίσκων της δεκαετίας του 1960, αρκετοί θεώρησαν ότι δεν βρήκε την ανταπόκριση που της έπρεπε. Εσείς τη συμμερίζεστε αυτή την άποψη; 
Ο Θεοδωράκης, για να είμαι ειλικρινής, δεν ήθελε να βγάλει δίσκο ολόκληρο τότε. Ήθελε να κυκλοφορήσουμε τέσσερα κομμάτια, όπως στα “Επιφάνια” που είχε γράψει το 1961 με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Αλλά εγώ, μόλις τα άκουσα, είπα ότι πρέπει να βγει ολόκληρος δίσκος. Και οι στίχοι του Ελευθερίου είναι καταπληκτικοί και οι στίχοι της Λίνας: η συμμετοχή της έδωσε ένα άλλο χρώμα σε εκείνα τα τραγούδια.
Όχι, πιστεύω δεν έκανε λάθος ο Μίκης. Δεν κάναμε λάθος, έπρεπε να βγούνε. Αλλίμονο αν ένας Θεοδωράκης δεν έχει θέση στην ελληνική δισκογραφία και στο ελληνικό τραγούδι. Τότε ποιοι έχουν;

Κυρία Ζορμπαλά, ως λυρική τραγουδίστρια εξοικειωμένη με το ρεπερτόριο του Θεοδωράκη, συμφωνείτε με την άποψη ότι για πολλά χρόνια το βάρος έπεσε κυρίως στα πολιτικά/κοινωνικά του τραγούδια, με αποτέλεσμα να παραγκωνιστούν κάπως τα ερωτικά; Ή βρίσκετε ότι τέτοιοι διαχωρισμοί είναι αυθαίρετοι, από τη στιγμή που όλα εκπορεύονταν από τον ίδιο άνθρωπο;
Ο Μίκης Θεοδωράκης ήταν πάντα ιδιαίτερα πολιτικοποιημένος και ευαίσθητος απέναντι στα κοινωνικά προβλήματα. Δεν μπορείς να αφαιρέσεις αυτές τις ιδιότητες από την καλλιτεχνική του ταυτότητα.
Ταυτόχρονα όμως με τα πολιτικά και αγωνιστικά του έργα, ο Μίκης έγραφε και πανέμορφα λυρικά κι ερωτικά τραγούδια. Αυτές οι δύο τάσεις συνυπήρχαν στο έργο του παράλληλα και πολλές φορές αγκάλιαζαν η μία την άλλη. Δίπλα στο “Μέρα Μαγιού”, ας πούμε, υπήρχε η “Μαρίνα”. Και δίπλα στο “Είμαστε Δυο” η “Μαργαρίτα Μαγιοπούλα”.
 

Πηγή

Must Read